Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης στην ΕΕ είναι σήμερα πληρωμένες μόλις κατά 65%
Η Ευρώπη εισέρχεται στην περίοδο θέρμανσης 2026/27 από μία από τις πιο ευάλωτες θέσεις των τελευταίων ετών, καθώς τα αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα.
Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης στην ΕΕ είναι σήμερα πληρωμένες μόλις κατά 65%, όταν ο μέσος όρος της τελευταίας πενταετίας ανέρχεται στο 82%, ενώ απέχουν αισθητά και από τον ευρωπαϊκό στόχο του 90%.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις καιρικές συνθήκες. Σε αντίθεση με μια συγκυριακή πίεση που θα μπορούσε να προκληθεί αποκλειστικά από έναν βαρύ χειμώνα, η Ευρώπη εισέρχεται στη νέα περίοδο θέρμανσης έχοντας ήδη να αντιμετωπίσει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα στον εφοδιασμό φυσικού αερίου.
Καθοριστικό ρόλο στην επιδείνωση της εικόνας έχουν διαδραματίσει οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω του Στενού του Hormuz, οι οποίες έχουν ουσιαστικά περιορίσει την παρουσία του Κατάρ στην παγκόσμια αγορά. Οι εξαγωγές της χώρας έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 96%, στερώντας από την αγορά σημαντικές ποσότητες LNG.
Όταν τα αποθέματα περνούν σε επικίνδυνη ζώνη
Ο κίνδυνος για την ευρωπαϊκή αγορά αυξάνεται εκθετικά όσο μειώνονται τα διαθέσιμα αποθέματα. Όταν η στάθμη αποθήκευσης υποχωρεί κάτω από περίπου 30%, η πίεση στο εσωτερικό των εγκαταστάσεων μειώνεται, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά και η δυνατότητα άντλησης φυσικού αερίου.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ένα ισχυρό κύμα ψύχους θα μπορούσε να οδηγήσει τα αποθέματα προς αυτά τα κρίσιμα επίπεδα και να προκαλέσει βίαιη ανατιμολόγηση του φυσικού αερίου στο TTF, με τις τιμές να εκτοξεύονται ακόμη και στην περιοχή των 100-150+ ευρώ/MWh.
Σε αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα δεν θα αφορά πλέον απλώς το ακριβό φυσικό αέριο, αλλά την ίδια τη φυσική επάρκεια του εφοδιασμού.
Η τιμή των 150 ευρώ/MWh δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη το βασικό σενάριο για την ευρωπαϊκή αγορά. Αρκεί, όμως, να αυξηθεί σημαντικά η πιθανότητα να φτάσει σε αυτά τα επίπεδα για να αλλάξει δραστικά η συμπεριφορά των αγορών.

Το φυσικό αέριο μπορεί να μετατραπεί σε μακροοικονομική κρίση
Μια εκτίναξη του TTF στα 100-150 ευρώ/MWh δεν θα παρέμενε περιορισμένη στην αγορά ενέργειας. Θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό μακροοικονομικό σοκ.
Η Ευρώπη θα βρισκόταν αντιμέτωπη με την ανάγκη εισαγωγής ακόμη ακριβότερου LNG, μεταξύ άλλων από τις ΗΠΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία η βιομηχανική ζήτηση θα δεχόταν ήδη ισχυρές πιέσεις.
Το αποτέλεσμα θα ήταν ένα κλασικό σοκ στους όρους εμπορίου: υψηλότερες πληθωριστικές πιέσεις, ασθενέστερη οικονομική ανάπτυξη και νέα πίεση στο ευρώ.
Για την ΕΚΤ, ένας τέτοιος συνδυασμός θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολος στη διαχείρισή του. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους θα ενίσχυε τον πληθωρισμό ακριβώς τη στιγμή που οι αναπτυξιακές προοπτικές θα επιδεινώνονταν. Η κεντρική τράπεζα θα βρισκόταν έτσι αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα: να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό ή να στηρίξει την οικονομία.
Με άλλα λόγια, το φυσικό αέριο θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία ενός πολύ ευρύτερου προβλήματος, με το ευρώ και τις ευρωπαϊκές αγορές να αποτυπώνουν τελικά τις συνέπειες.
Το προηγούμενο του 2022 χτυπά ξανά την πόρτα
Η κρίση φυσικού αερίου του 2022 απέδειξε ότι ένα ενεργειακό σοκ δεν περιορίζεται στην αγορά ενέργειας. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ξεπέρασε το 10%, ενώ το EUR/USD υποχώρησε από περίπου 1,13 σε επίπεδα κοντά στην ισοτιμία και στη συνέχεια έφτασε προσωρινά ακόμη και γύρω από το 0,95.
Η επιδείνωση των όρων εμπορίου για την Ευρώπη μεταδόθηκε έτσι σε ολόκληρο το μακροοικονομικό περιβάλλον.
Η σημερινή κατάσταση δεν σημαίνει ότι ένα νέο 2022 είναι αναπόφευκτο. Το ζήτημα είναι ότι οι αγορές θα πρέπει πλέον να αρχίσουν να αποδίδουν μεγαλύτερη πιθανότητα σε ένα τέτοιο σενάριο.
Πού βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος;
Το TTF έχει ήδη προεξοφλήσει σημαντικό μέρος του ενεργειακού κινδύνου. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι κατά πόσο ο ίδιος tail risk έχει αποτυπωθεί επαρκώς και στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά μακροοικονομικά assets.
Μέχρι στιγμής, η μεταβλητότητα τόσο του ευρώ όσο και του STOXX παραμένει σχετικά περιορισμένη. Εάν, όμως, αυξηθεί περαιτέρω η πιθανότητα οι τιμές του φυσικού αερίου να κινηθούν προς τα 100-150 ευρώ/MWh, η απόσταση ανάμεσα στην αγορά ενέργειας και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές θα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να αγνοηθεί.
Το πρόβλημα, άλλωστε, έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στα καύσιμα. Η βενζίνη έχει αρχίσει να προεξοφλεί τις πιέσεις, ενώ η ευρωπαϊκή αγορά βενζίνης δεν έχει ακόμη ενσωματώσει πλήρως τον ίδιο κίνδυνο.
Η Ευρώπη κινείται στην κόψη του ξυραφιού
Τα χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου αφήνουν την Ευρώπη με ελάχιστα περιθώρια για νέα προβλήματα στον εφοδιασμό. Μια ομαλοποίηση της διέλευσης από τον Πορθμό του Hormuz σε συνδυασμό με έναν ήπιο χειμώνα θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τις πιέσεις.
Το αντίθετο σενάριο, όμως, θα ήταν πολύ πιο ανησυχητικό: παρατεταμένοι περιορισμοί στον Πορθμό και ένας ψυχρός χειμώνας θα δημιουργούσαν ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον για την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.
Ένα νέο 2022 δεν αποτελεί το βασικό σενάριο. Δεν χρειάζεται, όμως, να θεωρείται και το πιθανότερο σενάριο για να προκαλέσει αναταράξεις. Με τα αποθέματα ήδη χαμηλά, η ανοδική δυναμική του φυσικού αερίου είναι ιδιαίτερα ισχυρή και οποιαδήποτε νέα διαταραχή στην προσφορά θα μπορούσε να μεταδοθεί γρήγορα στο ευρώ, τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη και τις ευρωπαϊκές χρηματιστηριακές αγορές.
Το πρόβλημα του φυσικού αερίου μπορεί, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, να μετατραπεί σε πρόβλημα ολόκληρης της Ευρώπης.
www.bankingnews.gr
Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης στην ΕΕ είναι σήμερα πληρωμένες μόλις κατά 65%, όταν ο μέσος όρος της τελευταίας πενταετίας ανέρχεται στο 82%, ενώ απέχουν αισθητά και από τον ευρωπαϊκό στόχο του 90%.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις καιρικές συνθήκες. Σε αντίθεση με μια συγκυριακή πίεση που θα μπορούσε να προκληθεί αποκλειστικά από έναν βαρύ χειμώνα, η Ευρώπη εισέρχεται στη νέα περίοδο θέρμανσης έχοντας ήδη να αντιμετωπίσει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα στον εφοδιασμό φυσικού αερίου.
Καθοριστικό ρόλο στην επιδείνωση της εικόνας έχουν διαδραματίσει οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω του Στενού του Hormuz, οι οποίες έχουν ουσιαστικά περιορίσει την παρουσία του Κατάρ στην παγκόσμια αγορά. Οι εξαγωγές της χώρας έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 96%, στερώντας από την αγορά σημαντικές ποσότητες LNG.
Όταν τα αποθέματα περνούν σε επικίνδυνη ζώνη
Ο κίνδυνος για την ευρωπαϊκή αγορά αυξάνεται εκθετικά όσο μειώνονται τα διαθέσιμα αποθέματα. Όταν η στάθμη αποθήκευσης υποχωρεί κάτω από περίπου 30%, η πίεση στο εσωτερικό των εγκαταστάσεων μειώνεται, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά και η δυνατότητα άντλησης φυσικού αερίου.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ένα ισχυρό κύμα ψύχους θα μπορούσε να οδηγήσει τα αποθέματα προς αυτά τα κρίσιμα επίπεδα και να προκαλέσει βίαιη ανατιμολόγηση του φυσικού αερίου στο TTF, με τις τιμές να εκτοξεύονται ακόμη και στην περιοχή των 100-150+ ευρώ/MWh.
Σε αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα δεν θα αφορά πλέον απλώς το ακριβό φυσικό αέριο, αλλά την ίδια τη φυσική επάρκεια του εφοδιασμού.
Η τιμή των 150 ευρώ/MWh δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη το βασικό σενάριο για την ευρωπαϊκή αγορά. Αρκεί, όμως, να αυξηθεί σημαντικά η πιθανότητα να φτάσει σε αυτά τα επίπεδα για να αλλάξει δραστικά η συμπεριφορά των αγορών.
Το φυσικό αέριο μπορεί να μετατραπεί σε μακροοικονομική κρίση
Μια εκτίναξη του TTF στα 100-150 ευρώ/MWh δεν θα παρέμενε περιορισμένη στην αγορά ενέργειας. Θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό μακροοικονομικό σοκ.
Η Ευρώπη θα βρισκόταν αντιμέτωπη με την ανάγκη εισαγωγής ακόμη ακριβότερου LNG, μεταξύ άλλων από τις ΗΠΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία η βιομηχανική ζήτηση θα δεχόταν ήδη ισχυρές πιέσεις.
Το αποτέλεσμα θα ήταν ένα κλασικό σοκ στους όρους εμπορίου: υψηλότερες πληθωριστικές πιέσεις, ασθενέστερη οικονομική ανάπτυξη και νέα πίεση στο ευρώ.
Για την ΕΚΤ, ένας τέτοιος συνδυασμός θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολος στη διαχείρισή του. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους θα ενίσχυε τον πληθωρισμό ακριβώς τη στιγμή που οι αναπτυξιακές προοπτικές θα επιδεινώνονταν. Η κεντρική τράπεζα θα βρισκόταν έτσι αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα: να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό ή να στηρίξει την οικονομία.
Με άλλα λόγια, το φυσικό αέριο θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία ενός πολύ ευρύτερου προβλήματος, με το ευρώ και τις ευρωπαϊκές αγορές να αποτυπώνουν τελικά τις συνέπειες.
Το προηγούμενο του 2022 χτυπά ξανά την πόρτα
Η κρίση φυσικού αερίου του 2022 απέδειξε ότι ένα ενεργειακό σοκ δεν περιορίζεται στην αγορά ενέργειας. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ξεπέρασε το 10%, ενώ το EUR/USD υποχώρησε από περίπου 1,13 σε επίπεδα κοντά στην ισοτιμία και στη συνέχεια έφτασε προσωρινά ακόμη και γύρω από το 0,95.
Η επιδείνωση των όρων εμπορίου για την Ευρώπη μεταδόθηκε έτσι σε ολόκληρο το μακροοικονομικό περιβάλλον.
Η σημερινή κατάσταση δεν σημαίνει ότι ένα νέο 2022 είναι αναπόφευκτο. Το ζήτημα είναι ότι οι αγορές θα πρέπει πλέον να αρχίσουν να αποδίδουν μεγαλύτερη πιθανότητα σε ένα τέτοιο σενάριο.
Πού βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος;
Το TTF έχει ήδη προεξοφλήσει σημαντικό μέρος του ενεργειακού κινδύνου. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι κατά πόσο ο ίδιος tail risk έχει αποτυπωθεί επαρκώς και στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά μακροοικονομικά assets.
Μέχρι στιγμής, η μεταβλητότητα τόσο του ευρώ όσο και του STOXX παραμένει σχετικά περιορισμένη. Εάν, όμως, αυξηθεί περαιτέρω η πιθανότητα οι τιμές του φυσικού αερίου να κινηθούν προς τα 100-150 ευρώ/MWh, η απόσταση ανάμεσα στην αγορά ενέργειας και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές θα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να αγνοηθεί.
Το πρόβλημα, άλλωστε, έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στα καύσιμα. Η βενζίνη έχει αρχίσει να προεξοφλεί τις πιέσεις, ενώ η ευρωπαϊκή αγορά βενζίνης δεν έχει ακόμη ενσωματώσει πλήρως τον ίδιο κίνδυνο.
Η Ευρώπη κινείται στην κόψη του ξυραφιού
Τα χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου αφήνουν την Ευρώπη με ελάχιστα περιθώρια για νέα προβλήματα στον εφοδιασμό. Μια ομαλοποίηση της διέλευσης από τον Πορθμό του Hormuz σε συνδυασμό με έναν ήπιο χειμώνα θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τις πιέσεις.
Το αντίθετο σενάριο, όμως, θα ήταν πολύ πιο ανησυχητικό: παρατεταμένοι περιορισμοί στον Πορθμό και ένας ψυχρός χειμώνας θα δημιουργούσαν ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον για την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.
Ένα νέο 2022 δεν αποτελεί το βασικό σενάριο. Δεν χρειάζεται, όμως, να θεωρείται και το πιθανότερο σενάριο για να προκαλέσει αναταράξεις. Με τα αποθέματα ήδη χαμηλά, η ανοδική δυναμική του φυσικού αερίου είναι ιδιαίτερα ισχυρή και οποιαδήποτε νέα διαταραχή στην προσφορά θα μπορούσε να μεταδοθεί γρήγορα στο ευρώ, τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη και τις ευρωπαϊκές χρηματιστηριακές αγορές.
Το πρόβλημα του φυσικού αερίου μπορεί, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, να μετατραπεί σε πρόβλημα ολόκληρης της Ευρώπης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών